της Rachel Moran*

ΔΟΥΒΛΙΝΟ-ΕΔΩ στην πόλη μου, νωρίτερα αυτόν το μήνα, η Διεθνής Γενική Συνέλευση της Διεθνούς Αμνηστίας ενέκρινε μια νέα πολιτική η οποία ζητάει ουσιαστικά την αποποινικοποίηση της παγκόσμιας εμπoρίας του σεξ. Οι θιασώτες αυτής της πολιτικής υποστηρίζουν ότι η αποποινικοποίηση της πορνείας είναι ο καλύτερος τρόπος να προστατευθούν «τα ανθρώπινα δικαιώματα των ιερόδουλων» παρόλο που αυτή θα εφαρμοζόταν εξίσου στους προαγωγούς, ιδιοκτήτες οίκους ανοχής και στους πορνοπελάτες[1].

Ο δεδηλωμένος στόχος της Αμνηστίας είναι να απαλλάξει τις εκδιδόμενες γυναίκες από το κοινωνικό στίγμα έτσι ώστε να γίνουν λιγότερο ευάλωτες στην κακοποίηση από εγκληματίες που λειτουργούν στις σκιές. Η Αμνηστία μάλιστα καλεί τις κυβερνήσεις «να εξασφαλίσουν ότι οι εργαζόμενοι/ες στην βιομηχανία του σεξ[2] θα έχουν πλήρη και ισότιμη νομική προστασία από την εκμετάλλευση, το trafficking και τη βία».

Η ψήφιση αυτής της πολιτικής από την Αμνηστία συμβαίνει στο πλαίσιο μιας παρατεταμένης, διεθνούς συζήτησης σχετικά με το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η πορνεία και να επιτευχθεί η προστασία των συμφερόντων των λεγόμενων εργαζόμενων στη βιομηχανία του σεξ. Είναι μια συζήτηση στην οποία έχω προσωπική ανάμειξη-και πιστεύω ότι η Αμνηστία κάνει ένα ιστορικό λάθος.

Μπήκα στην πορνεία-όπως κάνουν οι περισσότερες- πριν καν γίνω γυναίκα. Στην ηλικία των 14, είχα τεθεί υπό κρατική φροντίδα αφού αυτοκτόνησε ο πατέρας μου και η μητέρα μου υπέφερε από ψυχική ασθένεια.

Μέσα σ’ ένα χρόνο είχα καταλήξει στο δρόμο χωρίς σπίτι, χωρίς καμία μόρφωση ή προσόντα να δουλέψω κάπου. Το μόνο που είχα ήταν το σώμα μου. Στα 15 μου γνώρισα ένα νέο άνδρα ο οποίος θεώρησε ότι ήταν καλή ιδέα να εκπορνευτώ. Ως «φρέσκο κρέας» λοιπόν ήμουν εμπόρευμα σε υψηλή ζήτηση.

Για επτά χρόνια, με αγόραζαν και με πουλούσαν. Όταν δουλεύεις στο δρόμο, αυτό σημαίνει τουλάχιστον 10 φορές το βράδυ. Είναι δύσκολο να περιγράψω τον αντίκτυπο που είχε πάνω μου αυτός ο ψυχολογικός εξαναγκασμός και πόσο βαθιά διέβρωσε την εμπιστοσύνη μου στους άλλους. Ώσπου να φτάσω το τέλος της εφηβείας μου, είχα ήδη αρχίσει να κάνω χρήση κοκαΐνης για να μουδιάζω τον πόνο.

Ανατριχιάζω όταν ακούω τις λέξεις «εργασία του σεξ». Το να πουλάω το σώμα μου δεν ήταν βιοπορισμός. Δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα σε μια συνηθισμένη πρόσληψη σε καθημερινή δουλειά και τον τελετουργικό ξεπεσμό όταν άγνωστοι χρησιμοποιούσαν το σώμα μου για να χορτάσουν τις ορμές τους. Η εκμετάλλευση μου ήταν διπλή-και από αυτούς που με εξέδιδαν και από αυτούς που με αγόραζαν.

Γνωρίζω ότι υπάρχουν συνήγοροι της πορνείας που υποστηρίζουν ότι οι εκδιδόμενες πουλάνε σεξ ως συναινούντες ενήλικες. Όμως αυτές που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι μια σχετικά προνομιούχα μειοψηφία-κυρίως λευκές, μεσοαστές, δυτικές γυναίκες σε πρακτορεία συνοδών-η οποία ούτε κατά διάνοια δεν έχει σχέση με την παγκόσμια πλειοψηφία. Το δικαίωμα τους να πουλάνε δεν υπερέχει του δικού μου δικαιώματος όπως και άλλων να μην πωλούνται σε ένα «επάγγελμα» που θηρεύει γυναίκες οι οποίες είναι ήδη περιθωριοποιημένες λόγω τάξης και φυλής.

Η απόπειρα αποποινικοποίησης της πορνείας παγκοσμίως δεν αποτελεί ένα προοδευτικό κίνημα. Η εφαρμογή της απλά θα αποτυπώσει και νομικά την αξίωση των ανδρών να αγοράζουν σεξ ενώ η αποποινικοποίηση της μαστροπείας θα προστατεύει μόνο τους προαγωγούς. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πορνεία εκτιμάται ότι αξίζει τουλάχιστον 14 δισεκατομμύρια το χρόνο. Τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα δεν προορίζονται για εκδιδόμενα κορίτσια σαν εμένα. Η εμπορία ανθρώπων είναι η δεύτερη μεγαλύτερη επιχείρηση του οργανωμένου εγκλήματος παγκοσμίως, μετά τα καρτέλ των ναρκωτικών, και στην ίδια θέση με το λαθρεμπόριο όπλων.

Στις χώρες όπου έχει αποποινικοποιηθεί η πορνεία, το νόμιμο έχει προσελκύσει το παράνομο. Στο Άμστερνταμ, και μάλιστα με την λαϊκή στήριξη, οι τοπικές αρχές έκλεισαν την πλειοψηφία των μαγαζιών της διάσημης περιοχής με τα Κόκκινα Φανάρια καθώς αυτή είχε μετατραπεί σε μαγνήτη για κάθε είδους εγκληματική δραστηριότητα.

Στην Γερμανία, όπου η πορνεία νομιμοποιήθηκε το 2002, η βιομηχανία του σεξ έχει εκτοξευθεί στα ύψη. Εκτιμάται ότι ένα εκατομμύριο άνδρες πληρώνουν για να χρησιμοποιούν 450.000 κορίτσια και γυναίκες κάθε μέρα. Οι τουρίστες που ψάχνουν για πληρωμένο σεξ συρρέουν μαζικά, ενισχύοντας τα «μεγα-πορνεία», που φτάνουν σε ύψος μέχρι και 12 ορόφους.

Στην Νέα Ζηλανδία, όπου η πορνεία αποποινικοποιήθηκε το 2003, κάποιες νέες γυναίκες, που δουλεύουν στους οίκους ανοχής, μου είπαν ότι οι άνδρες τώρα ζητάνε περισσότερες υπηρεσίες από ποτέ πληρώνοντας όμως λιγότερα από ποτέ. Και ακριβώς επειδή το επάγγελμα είναι κοινωνικά επιτρεπτό, η κυβέρνηση δεν έχει κάποιο λόγο ή κίνητρο να παράσχει κάποιο σχέδιο εξόδου σ’ εκείνες που θέλουν να ξεφύγουν. Αυτές οι γυναίκες είναι παγιδευμένες.

Υπάρχει μια εναλλακτική: μια προσέγγιση, που προέρχεται από τη Σουηδία και η οποία έχει υιοθετηθεί και από άλλες χώρες όπως η Νορβηγία, η Ισλανδία και ο Καναδάς και ενίοτε αποκαλείται το «Σκανδιναβικό μοντέλο».

Η βασική ιδέα είναι απλή: αφενός νομιμοποίηση της πώλησης του σεξ αφετέρου όμως ποινικοποίηση της αγοράς του σεξ-έτσι ώστε οι γυναίκες να μπορούν να λάβουν βοήθεια χωρίς να συλλαμβάνονται, να παρενοχλούνται ή ακόμη χειρότερα, και ο ποινικός κώδικας να χρησιμοποιείται για να αποθαρρύνει τους αγοραστές, γιατί αυτοί ουσιαστικά τροφοδοτούν την αγορά. Υπάρχουν διάφορες τεχνικές αποθάρρυνσης όπως αστυνομικές επιχειρήσεις σε ξενοδοχεία, χρήση ψεύτικων διαφημίσεων για να περιορίζουν τους «πελάτες» και αποστολή δικαστικής κλήτευσης στα σπίτια των κατηγορουμένων όπου οι σύζυγοι τους μπορούν να τη δουν.

Από τότε που η Σουηδία πέρασε το νόμο, το ποσοστό των ανδρών που παραδέχεται ότι έχει αγοράσει σεξ έχει κυριολεκτικά κατρακυλήσει. (Το ποσοστό αυτό είναι 7,5 %, μετά βίας δηλαδή το μισό του αναφερόμενου των Αμερικάνων αντρών πορνοπελατών). Αντίθετα, στην γειτονική Δανία αφού αποποινικοποιήθηκε εντελώς η πορνεία, η εμπορία αυξήθηκε κατά 40% μέσα σε επτά χρόνια.

Παρά τα στερεότυπα, ο πορνοπελάτης δεν είναι ούτε μοναχικός ούτε κοινωνικά αποτυχημένος. Στην Αμερική, μια σημαντική μερίδα των πορνοπελατών που αγοράζουν συστηματικά σεξ έχουν ετήσιο εισόδημα πάνω από 120.000 δολάρια και είναι παντρεμένοι. Οι περισσότεροι είναι απόφοιτοι κολλεγίου και αρκετοί έχουν μάλιστα και παιδιά. Γιατί λοιπόν να μην επιτρέψεις στα πρόστιμα, που μπορείς να βάλεις σε αυτούς τους προνομιούχους άνδρες, να αποτελέσουν την οικονομική βάση για την συμβουλευτική βοήθεια, εκπαίδευση και στέγαση νέων γυναικών; Είναι αυτοί που έχουν πιστωτικές κάρτες και επιλογές και όχι οι εκδιδόμενες γυναίκες και κορίτσια.

Η Διεθνής Αμνηστία προτείνει ένα σεξουαλικό εμπόριο απελευθερωμένο από «βία, απάτη και εξαναγκασμό», όμως γνωρίζω, από όσα έχω ζήσει και έχω δει με τα μάτια μου, ότι η πορνεία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τον εξαναγκασμό. Πιστεύω ότι η πλειοψηφία των αντιπροσώπων της Αμνηστίας που ψήφισαν στο Δουβλίνο επιθυμούσαν πραγματικά να βοηθήσουν τις εκδιδόμενες γυναίκες και κορίτσια και λανθασμένα αφέθηκαν να πειστούν ότι η αποποινικοποίηση των μαστροπών και των πορνοπελατών θα εξυπηρετούσε κάπως αυτήν ακριβώς την επιθυμία.  Αλλά αυτό που ψήφισαν τελικά εις το όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν στην πραγματικότητα η αποποινικοποίηση της παραβίασης των δικαιωμάτων αυτών, σε παγκόσμια κλίμακα.

Το ψήφισμα αυτό θα τεθεί στο Διεθνές Διοικητικό Συμβούλιο της Αμνηστίας για την τελική απόφαση το φθινόπωρο. Πολλοί από τους επικεφαλής και τα μέλη της Αμνηστίας συνειδητοποιούν ότι διακυβεύεται η αξιοπιστία και η ακεραιότητα της οργάνωσης. Υπάρχει ακόμη χρόνος να σταματήσουν αυτή την καταστροφική πολιτική πριν βλάψει γυναίκες και παιδιά παγκοσμίως.

*Η Rachel Moran είναι ιδρύτρια του Space International, που υπερασπίζεται την κατάργηση της εμπορίας του σεξ, και συγγραφέας του απομνημονεύματος Επί πληρωμή: το ταξίδι μου στην πορνεία.

Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στις 28 Αυγούστου 2015 στη στήλη Opinion Pages στην εφημερίδα NY TIMES και μπορείτε να το βρείτε εδώ.

 

Μετάφραση: Γεωργία Μανώλη


 

Σημειώσεις της μεταφράστριας:

[1] Στο πρωτότυπο john (και όχι client) ο οποίος είναι ο πελάτης που πληρώνει την πόρνη για σεξ

[2] Στο πρωτότυπο στ’ αγγλικά «sex workers»: η έκφραση δεν αφορά μόνο τις εκδιδόμενες αλλά όλα τα άτομα που απασχολούνται στην βιομηχανία του σεξ  π.χ. για συνοδούς, άτομα που απασχολούνται στις λεγόμενες ροζ γραμμές κ.τλ. Για περισσότερες πληροφορίες: http://sti.bmj.com/content/81/3/201.full.pdf+html


 

Ενημερωτικό Σημείωμα 

Η Διεθνής Αμνηστία και η αποποινικοποίηση της πορνείας

Στις 11 Αυγούστου στο Δουβλίνο η Διεθνής Γενική Συνέλευση της Διεθνούς Αμνησίας πρότεινε την αποποινικοποίηση της πορνείας με στόχο την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εργαζόμενων του σεξ. Το βασικό επιχείρημα της ΔΑ είναι ότι αυτοί/αυτές είναι στο περιθώριο της κοινωνίας και καθημερινά αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο διακρίσεων, βίας και κακοποίησης. Πάνω από 400 γυναικείες οργανώσεις όπως ο Συνασπισμός κατά της Διακίνησης Γυναικών (CATW) καθώς επίσης και διάσημες γυναίκες από την βιομηχανία του, θεάματος, όπως η Meryl Streep, η Angela Basset, η Emma Thompson και άλλες διαμαρτύρονται δυναμικά κατά της πρότασης αυτής και καλούν τα μέλη της Διεθνούς Αμνηστίας να αναθεωρήσουν και να την καταψηφίσουν. Όσον αφορά το ελληνικό Τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας, αφού ήρθαμε σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Γραφείο Τύπου μας επιβεβαίωσαν την στήριξη τους στην πρόταση αυτή διευκρινίζοντας ότι δεν υποστηρίζουν ότι η πορνεία είναι ανθρώπινο δικαίωμα αλλά ότι ωστόσο πρέπει να προστατευθούν τα δικαιώματα των εργαζομένων του σεξ.

Για περισσότερες πληροφορίες εδώ και εδώ

 

Διαβάστε ακόμα

Απροστάτευτες: πώς η νομιμοποίηση της πορνείας απέτυχε

Να είσαι και να πωλείσαι: μια συνέντευξη με την Κάισα Έκις Έκμαν

BBC: «Είναι η Γερμανία το μεγαλύτερο μπουρδέλο της Ευρώπης;»