του Γιώργου Στόγια*

Ένα αγόρι από μόνο του δεν είναι τίποτα κακό, έχει πέος εκεί που τα κορίτσια έχουν αιδοίο, απλά θέμα τύχης. Το πρόβλημα ξεκινά όταν με βάση αυτή τη διαφορετικότητα αναπτύσσεται/δικαιολογείται επιθετική συμπεριφορά και, γενικότερα, δυσκολία συμμόρφωσης σε βασικούς κανόνες συμβίωσης.

Αναφέρομαι κυρίως σε αγόρια μικροαστικής και μεσοαστικής κοινωνικής καταγωγής. Αυτά της εργατικής τάξης, των οικονομικών μεταναστών αλλά και των ταξικά συνειδητών προνομιούχων γνωρίζουν από νεαρότατη ηλικία ότι η πραγματικότητα εξαρτάται από υλικούς παράγοντες που βρίσκονται πολύ πέρα από το βασίλειο των ενορμήσεών τους.

Double bind: από τη μια μεριά, οι γονείς της μέσης τάξης επενδύουν στους αρσενικούς απογόνους τους αταβιστικές φαντασιώσεις μεγαλείου. Από την άλλη, οι ίδιοι γονείς, υπό τον φόβο καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας, μεταφέρουν στα αγόρια τους την εικόνα μιας εχθρικής κοινωνίας με αδυσώπητους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Σύμφωνα με αυτή την αδιέξοδη λογική, αν το μανάρι τους γλιτώσει τη σφαγή, θα γίνει σίγουρα μέρος του «συστήματος», “another brick in the wall”.

Τι σκέφτεται το αγόρι που βλέπει τα κορίτσια ως έντομα προς βασανισμό, τους δασκάλους ως ενοχλητικούς δούλους , το δημόσιο χώρο ως το δωμάτιό του; Δεν χρειάζεται να μας ενδιαφέρει ποσώς! Τέτοιου είδους ψυχολογισμοί είναι μέρος του προβλήματος, όχι της λύσης του. Το σημαντικό είναι οι παραδοχές γονέων και εκπαιδευτικών που προάγουν/επιτρέπουν τη συνεχή (και ατελέσφορη) διαδικασία στέψης του «ανικανοποίητου πρίγκιπα».

Τα κορίτσια δεν κολυμπάνε ακριβώς στην ίδια γυάλα. Οι πατριαρχικές απαιτήσεις και προσδοκίες που σχετίζονται με το κοινωνικό τους φύλο αντισταθμίζουν τον ναρκισσισμό. Εδώ, οι εντάσεις «καταπίνονται» παθητικά, μια ωρολογιακή βόμβα στο στομάχι για μια ολόκληρη ζωή. Αντίθετα, τα αγόρια διδάσκονται ότι δικαιούνται να εξωτερικεύουν τις εντάσεις τους, απειλώντας, πυροβολώντας και σκοτώνοντας.

«Υπερβάλλεις», θα πείτε. «Απλά παίζουν». «Τι θες, να γίνουν γκέι;», θα προσθέσουν οι πιο άντρακλες μπαμπάδες. Οι μαμάδες θα κλαψουρίσουν «τελευταία δεν ξέρω τι του συμβαίνει και είναι τόσο ανήσυχος», προσθέτοντας, βέβαια υποκριτικά, με δύσκολα κρυμμένη υπερηφάνεια: «Αχ, είσαι τυχερός που δεν έχεις αγόρια, δεν ξέρεις πως είναι…»

Παρότι οι παραδοσιακοί αντρικοί ρόλοι του κυνηγού και του πολεμιστή έχουν πρακτικά αδειάσει από περιεχόμενο, παρέχουν νομιμοποίηση σε μεταλλαγμένες σύγχρονες μορφές τους. Η εξαπολυόμενη βία μπορεί να είναι εικονική (στην προσομοίωση μέσω της κονσόλας), πειραματική (όπου ο θύτης δοκιμάζει πόσο «τον παίρνει» ενάντια σε πιο αδύναμους), ή και ολοκληρωτική (σε μεγαλύτερη ηλικία και σε συνάρτηση με άλλες ψυχολογικές και κοινωνικές συνθήκες).

Δεν είναι όλα τα αγοράκια ηλίθια. Πρώτον, υπάρχουν διαβαθμίσεις. Δεύτερον, στην πραγματικότητα, αυτά που καταστρέφουν (ένα μάθημα, μια ομαδική δημιουργική δραστηριότητα, την ξένη περιουσία) και που συνιστούν κίνδυνο για τα μυϊκά πιο αδύναμα παιδιά είναι λιγότερα από αυτά που συμπεριφέρονται σχετικά κανονικά.

Υπάρχουν αγόρια που ξέρουν να κερδίζουν αλλά και να χάνουν, σεβόμενα τους κανόνες. Θετικά απέναντι στο καινούργιο, στο διαφορετικό, στην ιδέα της αλλαγής∙ που αποζητούν τη φροντίδα αλλά και είναι ικανά να τη δώσουν σε άλλους. Με αναπτυγμένες πολλαπλές νοημοσύνες, με χιούμορ και ενσυναίσθηση. Μόνο που τέτοια υπέροχα αγόρια σπανίζουν όσο πιο συντηρητική και σεξιστική είναι μια κοινωνία. Όσο πιο «τυφλή» στις έμφυλες διαστάσεις της ανατροφής και της εκπαίδευσης.

Εξαιρώντας τις περιπτώσεις οργανικών προβλημάτων, είναι αλήθεια πως τα παιδιά γίνονται αυτό που θέλουν κατά βάθος οι γονείς τους. Συνεπώς δεν φταίνε. Έλα όμως που τα άλλα παιδιά, εκείνα που δέχονται το bulling, φταίνε ακόμη λιγότερο! Ακόμη και ο εκπαιδευτικός δεν είναι καθόλου υποχρεωμένος να συμβιβαστεί με την ιδιοτροπία του κάθε φουσκωμένου εγώ. Πληρώνεται για να διαμορφώσει και να διασφαλίσει συνθήκες μάθησης για όλους τους μαθητές του, όχι για να ασχολείται διαρκώς με έναν-δυο.

Η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Σε τελική ανάλυση, μιλάμε για μικρά παιδιά (όσο μεγαλώνουν, το ελάχιστο γίνεται τεράστιο, και η όποια αλλαγή τιτάνιο έργο). Η παιδαγωγική μέθοδος που προτείνω είναι αυτή του «αφοπλισμού». Εννοείται ότι δεν θα περιοριστεί στα «παιχνίδια» (θεωρώ αυτονόητο ότι ρεβόλβερ, σπαθιά λέιζερ και γιαταγάνια πάνε στα σκουπίδια). Οι υπεύθυνοι ενήλικες (και εδώ απαιτείται η μεταξύ τους συνεννόηση και συνεργασία) θα πρέπει να δώσουν στον νεαρό τύραννο να καταλάβει ότι αδυνατεί να τους τρομοκρατήσει, ότι όλοι ξέρουν πως τα πυρά του είναι άσφαιρα. Ας σκούξει ότι καταπιέζεται, ας κλάψει πως δεν τον αγαπάνε, ας θυμώσει ορκιζόμενος πως θα τα κάνει όλα λίμπα. Σύντομα θα αντιληφθεί ότι το κενό εξουσίας αποτελεί παρελθόν και θα του περάσει. Θέλοντας και μη, θα προσαρμοστεί. Θα αναγκαστεί να φτιάξει δεσμούς με την πραγματικότητα, να κάνει επαφές, να αναλάβει δεσμεύσεις. Όσο για την «εύθραυστη» σεξουαλικότητά του, δεν θα πάθει τίποτα κακό. Ίσα ίσα…

 

* Ο Γιώργος Στόγιας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Είναι εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και συγγραφέας. Το μυθιστόρημα Εαρινό Εξάμηνο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα.

Πηγή: bookpress