της Ελένης Γκίκα

 

Γιατί εμένα η ψυχή μου ο τίτλος του καινούργιου βιβλίου της, διηγήματα από τις εκδόσεις Πατάκη, θα μπορούσε να τα πει σύγχρονα κανείς. Στις δεκαεπτά ιστορίες, το παρελθόν, το παρόν κι ενδεχομένως και το μέλλον του τόπου. Η συγγραφέας γράφοντας ήξερε ότι αυτή η πλαστή ευμάρεια τελικά σε κακό θα μας βγει. Επιμένοντας ωστόσο ότι «η λογοτεχνία μάς μαθαίνει πρωτίστως να συμπονούμε ο ένας τον άλλον» και ότι «η τέχνη οφείλει να παρηγορεί», η συγγραφέας, μέσα απ’ αυτή μάς βοηθά να κατανοήσουμε και την εποχή.

Μια ζωή εξάλλου αυτό κάνει. Από την Αρχαία σκουριά, την Πλωτή πόλη και το Ένας σκούφος από πορφύρα, ως τα Μαύρα λουστρίνια, τους Αθώους και φταίχτες, την Ουράνια μηχανική και Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ. «Το σημαντικό είναι ν’ αναρωτιέται κανείς», θα μας πει. Και όσο για την τέχνη, «αν και φαινομενικά περιττή στον αγώνα για την επιβίωση, θα μπορούσε να συνδράμει στο να βρούμε το βηματισμό μας», θα πει.

 

Κυρία Δούκα, η Ιστορία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την εποχή;

Θα μπορούσε, αν μη τι άλλο, να μας βοηθήσει να μην πέφτουμε παραζαλισμένοι κάθε λίγο και λιγάκι από τα σύννεφα για όσα μας συμβαίνουν. Έχοντας, για παράδειγμα, ιστορική γνώση και συνακόλουθα συνείδηση της διαδρομής μας τα τελευταία σαράντα χρόνια, θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε κάπως, χωρίς αγκυλώσεις και στερεότυπα, πώς και γιατί από τα δίχτυα των Διεθνών Αγορών και των σπεκουλαδόρων βρεθήκαμε στα γρανάζια του ΔΝΤ και του γερμανικού ηγεμονισμού. Διότι δεν αρκεί, εάν πραγματικά θέλουμε να μην καταποντιστούμε στον ωκεανό της παγκόσμιας κρίσης και της παραπαίουσας ευρωζώνης, να καταλογίζουμε μόνο ευθύνες στους πολιτικούς που διεκδικούσαν τόσα χρόνια την ψήφο μας, καταγγέλλοντας τις πασιφανείς στρεψοδικίες, τα αυταπόδεικτα λάθη, την ανικανότητα και τις εγκληματικές παραλείψεις τους. Απαιτείται ταυτόχρονα και η ειλικρινής συνομιλία με τον εαυτό μας για το τι ακριβώς θέλαμε, τι προσδοκούσαμε τόσα χρόνια από αυτούς όταν τους ψηφίζαμε. Σε τι ακριβώς προσβλέπαμε τότε και σε τι προσβλέπουμε σήμερα… Προσβλέπουμε, ας πούμε, σε μια αλλαγή ρότας ή απλώς σε μια ως εκ θαύματος σωτηρία, αργοπεθαίνοντας; Είμαστε αποφασισμένοι να πάρουμε τη ζωή μας αλλιώς ή απλώς αντιδρούμε γραπωμένοι από την εικονική ευημερία των δύο τελευταίων δεκαετιών;

Μπορεί να μας βοηθήσει η Ιστορία να κατανοήσουμε κάπως αυτό που μας περιμένει;

Η Ιστορία, όχι μόνο ως γνώση του παρελθόντος αλλά και ως τρόπος σκέψης, μπορεί να βαθύνει κριτικά τη ματιά μας και να μας οπλίσει μαχητικά απέναντι στο σήμερα. Μπορεί, για παράδειγμα, να μας βοηθήσει να συναισθανθούμε ότι από μας εξαρτάται να μην αφεθούμε στην απραξία και στην κατάθλιψη. Ως λαός δεν είναι η πρώτη φορά που κληθήκαμε να πληρώσουμε τα σπασμένα από την ανικανότητα των πολιτικών. Ούτε και είναι η πρώτη φορά που οι οικονομικά ισχυρές οικογένειες του τόπου, αυτές που επί της ουσίας κινούν τα νήματα της πολιτικής με την ανοχή ή και την αφέλειά μας, τρίβουν περιχαρώς «περίλυποι» τα χέρια τους…

Η τέχνη; Η λογοτεχνία; Αυτό το μπορεί;

Η λογοτεχνία μάς μαθαίνει πρωτίστως να συμπονούμε ο ένας τον άλλο. Πάντα πίστευα ότι η τέχνη οφείλει να παρηγορεί. Και παρηγορεί μόνο εάν είναι σε θέση να αναδεικνύει τα ιδεολογήματα, τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις μας, εάν φιλοδοξεί, ταυτόχρονα με την όποια απόλαυση που προσδοκούμε από αυτήν, να μας αποκαλύπτει τη δυνατότητά μας να σκεφτούμε και αλλιώς, να αναλογιστούμε τις χαμένες αξίες και να προβληματιστούμε για τις προτεραιότητές μας στη ζωή…

«Θα καταχρεωθούμε για το θεαθήναι» (από το διήγημα «Δεν είναι απλό», 2003)· παραμονές Ολυμπιακών Αγώνων, φαινόταν ότι «όλο αυτό» έρχεται;

Δε χρειάζεται, πιστεύω, να είσαι ειδικός για να γνωρίζεις ότι δε δικαιούσαι να διοργανώνεις πέραν των δυνατοτήτων σου φιέστες, και μάλιστα με δανεικά… Αυτή η πολιτική του αλόγιστου δανεισμού, σε συνδυασμό με την πολιτική-κρατική διαφθορά και την ανεμελιά με την οποία είχαν διαποτιστεί τα μεσοαστικά-μικροαστικά στρώματα της κοινωνίας, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα μας οδηγούσε σε αδιέξοδο. Κι αυτό που τσούζει κυρίως σήμερα είναι ότι οι προορισμένοι να αποτελούν, όπως λένε οι ειδικοί, τη ραχοκοκαλιά μιας κοινωνίας κινδυνεύουν να βουτηχτούν, εάν δεν έχουν ήδη βουτηχτεί, στην ανεργία και την ανέχεια. Φτωχοί και άνεργοι όμως, και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό, υπήρχαν και πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια… αφημένοι στη μοίρα τους, και με την πλασματική ευημερία να τους γνέφει περιπαιχτικά πως θα μπορούσαν και αυτοί να χώσουν το δάχτυλο στο μέλι, αν δεν ήταν «άτυχοι» ή «ανίκανοι» ή «βλάκες»… Χαμηλόμισθοι συνταξιούχοι, παλαίμαχοι της ζωής, που έβλεπαν τη σύνταξή τους να εξανεμίζεται από την ακρίβεια, υπήρχαν και στα χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου. Θυμάστε τον ξυλοδαρμό των ηλικιωμένων συνταξιούχων από τα ΜΑΤ εκείνης της εποχής σε μια πορεία διαμαρτυρίας τους; Θυμάστε και τις διαδηλώσεις που διοργάνωνε η Νέα Δημοκρατία επί αρχηγίας Μητσοτάκη, τότε που κατέβαιναν στους δρόμους οι νοικοκυρές των βορείων προαστίων βροντώντας άδειες κατσαρόλες; Και τώρα αυτός ο «χουλιγκανικός» παλαιοκομματισμός και τα λογής φερέφωνά του έχουν την αναλγησία να κατηγορούν τον Σύριζα για λαϊκισμό!

«Για να καταλαβαίνεις τη διαφορά, πρέπει να νοσταλγείς. Όσο πιο πολύ θαμπώνει κάτι, τόσο σε πονάει. Δεν το θυμάσαι καθαρά κι αυτό σε πονάει» (Σας αρέσει ο Μπραμς;, 2000). Κυρία Δούκα, η μνήμη μάς σώζει τελικά;

Δεν ξέρω αν μας σώζει, σίγουρα πάντως μας βοηθάει να σταθούμε στα πόδια μας. Χωρίς τη μνήμη του ο άνθρωπος γίνεται φτερό στον άνεμο…

«Από μικρή άκουγα για την καταστροφή, ρωτούσα, αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να μου πει πολλά. Διότι αυτό συμβαίνει με τους ανθρώπους. Οσάκις τους χτυπάει το κακό, γαντζώνονται από τα εφήμερα. Όταν συνέρχονται, όλα έχουν τελειώσει» (Εις το βουνό ψηλά εκεί, 1994). Κυρία Δούκα, αυτό μας συνέβη; Τι ακριβώς μας συνέβη;

Αυτό που κυρίως συνέβη, ανεξάρτητα από το οργουελικής χροιάς κείμενό μου, είναι ότι αφεθήκαμε και χάσαμε την αίσθηση του μέτρου. Ότι επιτρέψαμε άκριτα να μας επιβάλουν πως για να είμαστε νικητές και επιτυχημένοι άλλος δρόμος δεν υπάρχει εκτός από αυτόν που οδηγεί στην υπερκατανάλωση και την κακοποίηση του περιβάλλοντος. Άλλο όμως να προσπαθείς για μια καλύτερη ζωή και άλλο να αναλώνεσαι για μια ζωή που εντέλει δε σου ανήκει…

«Η αναζήτηση του περιττού, άλλωστε, δεν ήταν αυτή που ωθούσε πάντοτε τον άνθρωπο; Αυτή δεν ήταν που εμψύχωνε τις ελεύθερες πτήσεις του;» (Σκάβοντας δίπλα στο παιδί, 2002). Το «περιττό» σήμερα;

Περιττό σήμερα, ικανό να πυροδοτήσει τις ελεύθερες πτήσεις μας, θα μπορούσε να είναι ένα βιβλίο, μια θεατρική παράσταση, μια συναυλία, μια ταινία… Θέλω να πω ότι πάντα, σε δύσκολες εποχές, η τέχνη, αν και φαινομενικά περιττή στον αγώνα για την επιβίωση, θα μπορούσε να συνδράμει στο να βρούμε το βηματισμό μας…

«Άμα ξέρεις τη γλώσσα που σε βασανίζουνε, έχεις μικρή ελπίδα να γλιτώσεις» (Σας αρέσει ο Μπραμς;, 2000). Οι μετανάστες την έμαθαν, φτάνει;

Το θέμα, θλιβερό και εξοργιστικό ταυτόχρονα, είναι ότι ποτέ δεν αξιωθήκαμε ως χώρα να έχουμε μια υπεύθυνη και συνεπή μεταναστευτική πολιτική. Το ΠΑΣΟΚ από τη μια, παρά τις ανθρωπιστικές προθέσεις του, θυμόταν συνήθως παραμονές εκλογών τους μετανάστες, πότε έτσι, πότε αλλιώς, ανάλογα με το προς τα πού φυσούσε κάθε φορά ο άνεμος, πάντοτε όμως ψηφοθηρικά. Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη, παρά το ευρωπαϊκό ένδυμά της, προκειμένου να υψώσει φράγμα στη διαρροή των παραδοσιακών ψηφοφόρων της, ανέκαθεν συναγωνιζόταν, και σήμερα ακόμα πιο απροκάλυπτα, σε ξενοφοβική ρητορεία τις φασιστοειδείς παραφυάδες της. Η δε Αριστερά, στην προσπάθειά της να αναδείξει τις κοινωνικές και πολιτικές εκτροπές που ελλοχεύουν πίσω από κάθε αυτοδικία ενάντια στους μετανάστες και κάθε μεσαιωνικού τύπου εκμετάλλευσή τους, παραγνωρίζοντας ωστόσο τα υπαρκτά προβλήματα όσων συμπατριωτών μας ζουν σε εγκαταλειμμένες και υποβαθμισμένες περιοχές, συχνά καταλήγει να συρρικνώνει σε αντιρατσιστικές ασκήσεις επί χάρτου την όποια ευεργετική για την κοινωνία παρέμβασή της. Σ’ αυτό ακριβώς το τέλμα επωάζει εδώ και χρόνια με την ησυχία της το «αυγό» της η Χρυσή Αυγή… Κι επειδή η μια σκέψη φέρνει την άλλη, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο κόμμα (μια και ο ναζισμός και ο φασισμός έρχονται από πολύ μακριά, όπως από πολύ μακριά έρχεται και το «σας βάζουμε εσάς τους άνεργους και φτωχούς αλλά «καθαρόαιμους» Έλληνες να μισείτε και να βαράτε τους μετανάστες, για να μπορούμε κι εμείς να κάνουμε απρόσκοπτα τη δουλειά μας») πιστεύω ότι αν γινόταν συστηματικά στα σχολεία η διδασκαλία των εθνικών και κοινωνικών αγώνων του λαού μας, πέρα από τις κενές ιστορικού-κοινωνικού βάθους κωδωνοκρουσίες, σήμερα δε θα ήταν τόσο ευάλωτοι οι νέοι στην όποια ναζιστική φρασεολογία. Και αν όλοι εμείς, οι ας πούμε προοδευτικοί, δεν είχαμε αφήσει, εδώ και δεκαετίες, στο έλεος των παρακρατικών συμμοριών και των λογής «εθνικοφρόνων» την έννοια της πατρίδας και του έθνους, σήμερα δε θα μπορούσε, ή θα δυσκολευόταν έστω, να ψηφοθηρεί ως εθνικιστής «λαϊκόφρων» ο κάθε τυχάρπαστος ανεμίζοντας την ελληνική σημαία…

«Να κλάψει πάλι ή να μην κλάψει; Αλλά γιατί; Εφόσον οι αλλαγές γίνονται πάντοτε χωρίς να τις αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος. Με αναισθητικό. Περνούν αθόρυβα και αβίαστα, ενσωματώνονται στη ζωή του, χωρίς να καταλαβαίνει την αλλοίωση, τη διαφορά, τη φθορά, τη διαφθορά» (Τριάντα χρόνια πριν και τριάντα μετά, 1999).

Αυτό πάθαμε; Αυτό πάθαμε!

Ο κόσμος αναπόφευκτα αλλάζει και αλίμονό μας αν δεν αλλάζουμε κι εμείς μαζί του… Καλό όμως είναι να μην ξεχνάμε ότι το θετικό πρόσημο της όποιας αλλαγής εξαρτάται και από μας. Αν και κατά πόσο, δηλαδή, καθώς αλλάζουμε, συντηρούμε ζωντανά μέσα μας τα δυο τρία ουσιώδη και ανεκτίμητα που επιλέξαμε για να πορευτούμε στη ζωή. Διότι αυτά, τα δικά μας «τιμαλφή», θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν να μην αλλοιωθούμε, να μη σαπίσουμε δηλαδή ηθικά και πνευματικά…

«Ιδού ο θρίαμβος της ελεύθερης αγοράς! Ελεύθερος πολίτης, επομένως, ο χειραγωγημένος καταναλωτής; Ο άνθρωπος μπορεί ή δεν μπορεί να επιλέξει;» (Σκάβοντας δίπλα στο παιδί, 2002). Έχετε την ερώτηση, βρήκατε την απάντηση;

Το σημαντικό δεν είναι να βρούμε την απάντηση. Το σημαντικό είναι να αναρωτιόμαστε. Ο άνθρωπος που έχει μάθει να αναρωτιέται αν μπορεί ή δεν μπορεί να επιλέξει, ολοένα και πιο σταθερά τείνει προς το να χαλαρώνει έστω τα δεσμά της όποιας χειραγώγησής του…

«Και θα το μάθεις, ο ουρανοξύστης που δούλευες γκρεμίστηκε, δε θα ρωτήσεις πώς ή γιατί, θα ανοίξεις την τηλεόραση και θα δεις, θα ξαναδείς άπειρες φορές με τα μάτια σου την ίδια εικόνα, τον εαυτό σου να ξεπροβάλλει από το παράθυρο του εκατοστού ορόφου, τι κάνεις; Μαντιλάκι είναι αυτό που ανεμίζει; Χαιρετάς; Αποχαιρετάς; Ζητάς βοήθεια; Θα μείνεις εκεί καρφωμένος να βλέπεις, θα αναλογιστείς τον πύργο της Βαβέλ;» (Η μνήμη του νερού, 2001). Πόσο εύκολο είναι να βρούμε την άκρη, να δούμε καθαρά, τώρα που συνηθίσαμε τα πάντα, σήμερα που ακόμα και τη ζωή μας τη βλέπουμε στην TV;

Καθόλου εύκολο… Γι’ αυτό αξίζει, και μόνο για τη χαρά του να αισθανόμαστε άνθρωποι, να αναζητούμε το αθέατο πίσω από την εικόνα και το κρυμμένο κάτω από τις λέξεις. Να προτιμούμε τη δυσκολία και το στένεμα της ανηφοριάς από την ευκολία και την άπλα της ισιάδας…

«Γιατί εμένα η ψυχή μου ήταν ελεύθερη από την ελπίδα, το φόβο, τα κόμματα» (Στον αυλόγυρο του Αϊ-Γιαννιού, 2000). Γάιος Σαλλούστιος Κρίσπος στον τίτλο…

Πώς φτάνει κανείς σε αυτή την ελευθερία, κυρία Δούκα; Γιατί με τα σημερινά δεδομένα αυτού του είδους η ελευθερία είναι άγνωστη έννοια…

Αν φτάσεις… τέλειωσες! Σημασία έχει να τείνεις προς την ελευθερία εν κινήσει και όχι στατικά. Να ελπίζεις, αλλά να μην επαναπαύεσαι άβουλα στις ελπίδες σου. Να φοβάσαι, αλλά να μην επιτρέπεις ούτε στον εαυτό σου, ούτε στους άλλους να σε τρομοκρατούν. Να έχεις την ιδεολογία σου, αλλά να μην αφήνεσαι άκριτα σ’ αυτήν, να μην τυφλώνεσαι.

 

Πηγή: Διάστιχο