της Ιουλίας Λειβαδίτη

H Nancy Fraser είναι Καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Πολιτικής στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης και θεωρείται μια από τις κορυφαίες πολιτικές φιλόσοφους της εποχής μας.  Τα ενδιαφέροντά της επικεντρώνονται στην κοινωνική και πολιτική θεωρία, τη φεμινιστική θεωρία και τη σύγχρονη γαλλική και γερμανική σκέψη.

Το βιβλίο Redistribution or Recognition?: A Political-Philosophical Exchange (Αναδιανομή ή αναγνώριση; Μια πολιτική-φιλοσοφική ανταλλαγή, 2004, Verso) στο οποίο αυτή και o Axel Honneth διαπραγματεύονται το ζήτημα της οικονομικής αναδιανομής σε σχέση με την πολιτικό-κοινωνική αναγνώριση, έχει καθιεωρθεί ως απαραίτητο ανάγνωσμα για όσες ενδιαφέρονται για την κοινωνική δικαιοσύνη. Πρόσφατες δημοσιεύσεις της περιλαμβάνουν τα βιβλία Scales of Justice: Reimagining Political Space in a Globalizing World (2008), Fortunes of Feminism: From State-Managed Capitalism to Neoliberal Crisis (2013) και Contradictions of capital and care (New Left Review, 2016). Η τρέχουσα έρευνά της περιλαμβάνει ένα βιβλίο σε εξέλιξη με τίτλο Abnormal Justice το οποίο πραγματεύεται «πώς οι αγώνες για δικαιοσύνη οργανώνονται, ή μάλλον αποδιοργανώνεται, σε μια περίοδο κατά την οποία δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε μια γραμματική της δικαιοσύνης που θα μπορούσε να αναγνωριστεί ως ηγεμονική».

Η καθηγήτρια Fraser είχε έρθει στην Ελλάδα προσκεκλημένη από το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, προκειμένου να παραδώσει την 10η ετήσια Διάλεξη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά με τίτλο «Οι κρίσεις της φροντίδας: Οι αντιφάσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής στην εποχή του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού» και μίλησε στο Rethinking Greece* σχετικά με το τι συνιστά ένα βιώσιμο Αριστερό όραμα για τον 21ο αιώνα, το οικοδόμημα της ΕΕ, το ζήτημα της αλληλεγγύης τόσο διεθνώς όσο και στην Ευρώπη, και την κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας παγκοσμίως. «Πολιτικές κατά της λιτότητας σε μια χώρα μόνο είναι αδύνατο να εφαρμοστούν» λέει η Fraser σχολιάζοντας την ελληνική πολιτική πραγματικότητα, προσθέτοντας ότι «μια οπισθοδρόμηση εδώ ή εκεί δεν σημαίνει ότι ήρθε το τέλος του σχέδιου της Αριστεράς». Σχολιάζει επίσης την πρόσφατη εκλογή Trump στις ΗΠΑ, τη δημιουργία  των σχημάτων που ονομάζει «αντιδραστικό λαϊκισμό» και «προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό», καθώς και τον κίνδυνο μετατροπής των κοινωνικών κινημάτων σε «ομάδες συμφερόντων» όταν αποποιούνται τις αντικαπιταλιστικές, ριζοσπαστικές ρίζες τους. Η Fraser τονίζει τέλος πόσο σημαντικά είναι τα ζητήματα της κοινωνικής αναπαραγωγής και της κοινωνικής προστασίας σε διεθνές επίπεδο, καθώς και την ανάγκη να εξετάσoυμε το ενδεχόμενο «μη-καπιταλιστικών ή μετα-καπιταλιστικών» λύσεων για την αντιμετώπισή τους.

 

Τα κοινωνικά κινήματα που αναπτύχθηκαν στην Ελλάδα μετά το 2011 φαίνεται να έχουν ατονήσει μετά και την υπογραφή του 3ου μνημονίου το 2015, το Podemos στην Ισπανία δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει το δυναμικό του, ενώ ο δεξιός εθνικισμός είναι σε άνοδο σε όλη την Ευρώπη. Νομίζετε ότι η Ευρωπαϊκή Αριστερά έχει χάσει την ικανότητά της να εμπνεύσει μαζικά κινήματα;

Νομίζω ότι αυτά τα πράγματα αναπτύσσονται ακανόνιστα, με εξάρσεις και διακοπές, και όχι σε μια ευθεία γραμμή. Για αυτό και εγώ δεν θα θεωρούσα ότι μια οπισθοχώρηση εδώ ή εκεί σημαίνει το τέλους του Αριστερού σχεδίου. Είχαμε τα κινήματα Occupy και Αγανακτισμένων σε όλο τον κόσμο, και θα ήθελα να πω ότι η Ισπανία και η Ελλάδα ήταν πραγματικά οι μόνες χώρες, τουλάχιστον στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οι οποίες κατάφεραν να φτιάξουν κάτι από αυτά τα κινήματα: οι άνθρωποι βρήκαν έναν τρόπο να θεσμοθετήσουν, έστω και προσωρινά, αυτή την ενέργεια, αντί να την αφήσουν να εξαφανιστεί εντελώς. Αυτό είναι κάτι θετικό, αλλά είναι ένα διαφορετικό θέμα το κατά πόσο μια κυβέρνηση μπορεί να ικανοποιήσει το σύνολο των απαιτήσεων και των προσδοκιών όσων συμμετείχαν σε αυτές τις κινήσεις, ή γενικότερα, των πολιτών.

Ειλικρινά, το θλιβερό κομμάτι της ελληνικής εμπειρίας ήταν η αποτυχία της Αριστεράς των άλλων ευρωπαϊκών χωρών να κινητοποιηθεί με αλληλέγγυο τρόπο, να ασκήσει πίεση στις κυβερνήσεις ώστε να αλλάξει την πολιτική της ΕΕ, και να επιμείνει ότι η Τρόικα πρέπει να κάνει πίσω για να δώσει στην Ελλάδα λίγο χώρο για να αναπνεύσει. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να έχουν γίνει μέσα σε μια χώρα. Παλιότερα μιλούσαμε για «σοσιαλισμό σε μία χώρα», λοιπόν ούτε η αντι-λιτότητα σε μια χώρα είναι κάτι εύκολο όταν έχεις όλο το διακρατικό επενδυτικό οικοδόμημα, την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία και τις κεντρικές τράπεζες να σου ασκούν πίεση. Πιστεύω λοιπόν ότι μακροπρόθεσμα, η μόνη πραγματική απάντηση είναι μια ευρύτερη, διεθνής αλληλεγγύη της Αριστεράς. Και αυτό θα πάρει κάποιο χρόνο, αυτό είναι σίγουρο.

Κάτι άλλο που θα έλεγα είναι ότι όλοι αγωνιζόμαστε να ορίσουμε ένα βιώσιμο και ελκυστικό όραμα και σχέδιο την  Αριστερά του 21ου αιώνα. Οι περισσότεροι έχουν εγκαταλείψει την ιδέα μιας κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας με τη σοβιετική έννοια. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για την απο-ανάπτυξη και τα κοινά, την αλληλεγγύη και την κοινωνική οικονομία. Αλλά δεν πιστεύω ότι κάτι από αυτά ανάγεται σε ένα πραγματικά βιώσιμο σχέδιο για την Αριστερά. Το πιο σημαντικό πράγμα είναι ότι υπάρχει τώρα μια μεγάλη κρίση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας: στη μια χώρα μετά την άλλη, κατά κύματα, οι άνθρωποι απορρίπτουν αυτό το σύστημα. Δεν έχουν απαραίτητα ένα βιώσιμο και εύλογο σχέδιο για το με τι πρέπει να αντικατασταθεί. Είμαστε στην αρχή μιας μακράς διαδικασίας. Αυτά τα πράγματα δεν λύνονται γρήγορα.

Τι πιστεύετε ότι σημαίνουν το Brexit και η ψηφοφορία στην Ιταλία για το μέλλον του οικοδομήματος της ΕΕ;

Το οικοδόμημα της ΕΕ φαίνεται αρκετά επισφαλές αυτή τη στιγμή, και μια πιθανότητα αντίδρασης είναι οι ελίτ να αποφασίσουν να αμβλύνουν τις πολιτικές λιτότητας και να πραγματοποιήσουν περισσότερες δαπάνες κεϋνσιανού τύπου. Μπορεί ακόμα και ο Donald Trump να κάνει κάτι τέτοιο στις ΗΠΑ. Ήταν μια από τις προτάσεις τις προεκλογικής του εκστρατείας, αν θα την πραγματοποιήσει δεν ξέρω. Θα μπορούσε λοιπόν να αμβλυνθεί  το σημερινό καθεστώτος λιτότητας, αλλά το μεγάλο ερώτημα για μένα είναι η μετεγκατάσταση της παραγωγής από τις ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές χώρες του πυρήνα στην ημι-περιφέρεια. Δεν νομίζω ότι η παραγωγή θα επιστρέψει, και αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό όσον αφορά το θέμα των θέσεων εργασίας, και μιλάω τώρα για θέσεις εργασίας που έχουν κάποια ασφάλεια και πληρώνουν ένα αξιοπρεπή μισθό.

Η μεγαλύτερη πρόκληση για όποιον βρίσκεται στην εξουσία, είτε πρόκειται για μια ευρωπαϊκή ελίτ που έχει πάρει το μάθημά της και ενώ ήταν νεοφιλελεύθερη αποφασίζει ότι η ΕΕ είναι σε κίνδυνο και μετατοπίζει ελαφρά τη θέση της, είτε πρόκειται για ένα Αριστερό ή Δεξιό λαϊκίστικό κόμμα, είναι οι θέσεις εργασίας και η κοινωνική προστασία, η στήριξη της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτό απαιτεί τεράστιες δαπάνες, δαπάνες που σημαίνουν δημοσιονομικό έλλειμμα. Και το ερώτημα είναι, πρώτα από όλα, πώς να βγούμε από τον έλεγχο των κεντρικών τραπεζών και των αγορών ομολόγων που ανεβάζουν τα επιτόκια δανεισμού στον ουρανό; Μια πολύ σημαντική ιδέα για την Αριστερά είναι η δημιουργία ενός νέου τρόπου οργάνωσης της χρηματοδότησης. Η πίστωση είναι απαραίτητη σε κάθε οικονομία, οποιασδήποτε πολυπλοκότητας, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να είναι μια βιομηχανία κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Έτσι, μία ιδέα που έχουν αναπτύξει κάποιοι άνθρωποι, είναι να σκεφτούμε πώς να μετατρέψουμε τα χρηματοπιστωτικό ιδρύματα σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, όπως η ηλεκτρική ενέργεια για παράδειγμα. Θα μπορούσε να καθιερωθεί κάποιος δημοκρατικός τρόπος διοίκησης, όπου οι πιστώσεις και τα δάνεια για έργα θα διατίθενται χωρίς ο στόχος να είναι το μέγιστο κέρδος των μετόχων και των επενδυτών.

Όλα αυτά είναι αλληλένδετα: η χρηματοπιστωτική πολιτική, η πολιτική της απασχόλησης, της φορολογίας και το πως κατανέμεται η φορολογία. Τα τελευταία 20-30 χρόνια οι πλούσιοι και οι επιχειρήσεις πραγματοποιούν μια σημαντική «φορολογική απεργία», και δεν πληρώνουν σχεδόν καθόλου φόρους. Στις ΗΠΑ και σε πολλές χώρες της βόρειας Ευρώπης υπήρξε μια τεράστια αντιστροφή των ρυθμίσεων της σοσιαλδημοκρατικής εποχής, όταν οι εταιρίες κατέβαλλαν σημαντικούς φόρους. Δεν το κάνουν πια, και αυτό είναι μέρος των αποτελεσμάτων του νεοφιλελευθερισμού. Αυτό δημιουργεί τεράστιους περιορισμούς σχετικά με το τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις. Δεν έχουν τα έσοδα για κοινωνική πολιτική. Δεν μπορούν να τα αποσπάσουν από τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι στη με τη σειρά τους πραγματοποιούν μια «φορολογική επανάσταση» και ψηφίζουν κόμματα της δεξιάς που υπόσχονται μηδέν φόρους. Και όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν, σε μεμονωμένες χώρες και πάλι, να αυξήσουν σημαντικά τους φόρους των εταιρειών, τότε το αποτέλεσμα είναι η φυγή των κεφαλαίων και η ισοπέδωση των μισθών προς τα κάτω. Συνεπώς, αυτό είναι μια άλλη ένδειξη ως προς το γιατί πρέπει κανείς να σκεφτεί σε διεθνές επίπεδο αυτά τα ζητήματα.

Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Donald Trump κέρδισε τις εκλογές επειδή το Δημοκρατικό Κόμμα έδωσε υπερβολική έμφαση στις πολιτικές της ταυτότητας (φυλή, φύλο) και όχι αρκετή σε οικονομικά ζητήματα. Συμφωνείτε με αυτή την εκτίμηση;

Εν μέρει. Πιστεύω ότι σε αυτές τις εκλογές, τη στιγμή της ψήφου, οι ψηφοφόροι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια επιλογή μεταξύ Trump και Clinton, δυο εναλλακτικές τις οποίες θα αποκαλούσα ‘αντιδραστικό λαϊκισμό’ και ‘προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό’ αντίστοιχα. Όσον αφορά τον Trump, το λαϊκίστικό κομμάτι εντοπίζεται στην επιθυμία των πολιτών να έχουν μια κυβέρνηση που τους προστατεύει, που κάνει ό,τι μπορεί για να διασφαλίσει ότι θα έχουν σταθερές θέσεις εργασίας, εισόδημα και οικογενειακή ζωή. Στο μυαλό μου, αυτή είναι μια εντελώς δικαιολογημένη και θεμιτή προσδοκία. Αλλά ήταν συνυφασμένη με το αντιδραστικό κομμάτι, αυτή τη τάση να εφευρίσκουμε αποδιοπομπαίους τράγους: για όλα φταίνε οι μετανάστες, οι μαύροι, οι μουσουλμάνοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι φεμινίστριες. Έτσι βλέπεις νόμιμες αξιώσεις για κοινωνική προστασία, κοινωνική ασφάλεια και οικονομική ευημερία αναμεμιγμένες με τη στοχοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων.

Στη συνέχεια, από την πλευρά της Clinton, σε αυτό που αποκαλώ προοδευτικό νεοφιλελευθερισμό, έχουμε αντιθέτως θετικές αξιώσεις για την ένταξη των μαύρων, των μουσουλμάνων, των ομοφυλόφιλων, των ΛΟΑΤ, των γυναικών· αξιώσεις ότι δεν πρέπει να οργανώνουμε την κοινωνική ζωή με βάση τον αποκλεισμό και την υποταγή αυτών των ομάδων. Αυτό είναι το προοδευτικό κομμάτι της πλευράς Clinton, το οποίο όμως δεν συνδέεται με κάποια πολιτική κοινωνικής προστασίας, όπως είχε η πλευρά Trump. Αντί για αυτό, συνδέεται με τους δυναμικούς κλάδους της οικονομίας μας, δηλαδή τον χρηματοπιστωτικό τομέα, την πληροφορική, τα μέσα ενημέρωσης και τη ψυχαγωγία, τομείς που υποστηρίζουν την πολιτική των λεγόμενων ελεύθερων συναλλαγών, τα ανοικτά σύνορα, όλες τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και την απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Έτσι, έχουμε αυτές τις δύο παράξενες ομάδες. Αν θέλετε να το σκεφτούμε με όρους αναδιανομής και την αναγνώρισης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι από την πλευρά της Clinton έχουμε προοδευτική αναγνώριση και οπισθοδρομική αναδιανομή, ενώ από την πλευρά του Trump, έχουμε οπισθοδρομική αναγνώριση, συν κάτι πιο κοντά σε ένα οιονεί σοσιαλδημοκρατικό ενδιαφέρον για την κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική προστασία. Και αυτό είναι μια μεγάλη αναδιάταξη των πολιτικών πραγμάτων. Στην εποχή του New Deal υπήρχε ένα προοδευτικό στοιχείο τόσο στην αναδιανομή όσο και στην αναγνώριση. Τώρα έχει δημιουργηθεί ένα ρήγμα μεταξύ αναδιανομής και αναγνώρισης.

Νιώθω ότι ο τρόπος με τον οποίον η Hilary Clinton έτρεξε την καμπάνια της, ειδικά στα τελευταία στάδια, επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε ένα είδος ηθικής καταδίκης της προσωπικής αχρειότητας του Trump: λέει αυτά τα πράγματα για τις γυναίκες, για τα άτομα με αναπηρία, για τους μουσουλμάνους, είναι ένας προκατειλημμένος, ανίδεος άνθρωπος. Το σύνολο της εκστρατείας της περιστρεφόταν γύρω από αυτόν, και στην πορεία αμαύρωσε τη βάση των υποστηρικτών του, αποκαλώντας τους «ένα μάτσο ελεεινών». Δεν πιστεύω ότι όλοι, ή ακόμη ούτε καν η πλειοψηφία των υποστηρικτών του Trump είναι ρατσιστές και ομοφοβικοί. Είναι πολύ απογοητευμένοι και ίσως δεν είναι καλά εκπαιδευμένοι στα πολιτικά θέματα. Στις ΗΠΑ η πολιτική κουλτούρα είναι φτωχή, δεν υπάρχει μια αρκετά ισχυρή Αριστερή φωνή που να δίνει στους ανθρώπους την αίσθηση ότι υπάρχουν και άλλες δυνατότητες. Δεδομένων των εναλλακτικών που είχαν στη διάθεσή τους, είναι απολύτως κατανοητό ότι ψήφισαν όπως ψήφισαν. Η Clinton σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τρέξει μια καμπάνια βασισμένη αποκλειστικά σε μια εξαιρετικά ηθικόλογη εκδοχή της αναγνώρισης. Και όπως αποδείχθηκε, πήρε μεν πολλές ψήφους, αλλά όπως λειτουργεί το σύστημά μας, δεν ήταν μια στρατηγική νίκης.

Νομίζετε ότι η νίκη του Trump σηματοδοτεί μια στροφή του εκλογικού σώματος προς την άκρα δεξιά;

Όπως είπα και στην αρχή, τα πράγματα είναι πάρα πολύ ρευστά τώρα, δεν πρόκειται για ένα διευθετημένο θέμα. Το εκλογικό σώμα θα μπορούσε να πάει προς πολύ πιο δεξιές και εθνικιστικές κατευθύνσεις, αλλά θα μπορούσε επίσης να προχωρήσει σε μια πιο αριστερή κατεύθυνση. Στις ΗΠΑ αυτό αποτυπώνεται στην επιτυχία της εκστρατείας του Bernie Sanders, ο οποίος έφτασε πολύ κοντά στο να πάρει το χρίσμα από τη Hilary. Το σύνολο της γραφειοκρατίας και των μηχανισμών του Δημοκρατικού Κόμματος υποστήριζε την Clinton, ήταν ουσιαστικά η χρισμένη διάδοχος του Obama, όλοι πίστευαν ότι το αποτέλεσμα ήταν τετελεσμένο. Και αυτός ο τύπος έρχεται από το πουθενά και ξαφνικά εμπνέει εκατομμύρια και εκατομμύρια ανθρώπων. Αυτό για μένα αντανακλά το πνεύμα του Occupy, όχι μόνο τους νέους στις πλατείες, αλλά και την ευρεία υποστήριξη, πέρα από τις πλατείες, που είχε το Occupy, η οποία ήταν  γύρω στο 60%-70% σε εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με τις τότε δημοσκοπήσεις.

Αυτό δείχνει ότι στη χώρα υπάρχει ένα δημόσιο αίσθημα το οποίο σε κάποιο επίπεδο συμφωνεί με τη γλώσσα του Occupy, με το σύνθημα: «είμαστε το 99% και είναι το 1%». Αυτό ήταν ένα πολύ ισχυρό σύνθημα, άγγιξε μια χορδή. Οι άνθρωποι ήξεραν τι σήμαινε αυτό, και αισθάνθηκαν πολύ έντονα ότι ήταν αλήθεια και κάτι που πρέπει να αλλάξει. Η εκδοχή του Sanders ήταν να χρησιμοποιήσει τη λέξη “στημένο”. Έχουμε μια «στημένη» οικονομία, ένα “στημένο” πολιτικό σύστημα. Αυτός ήταν ένας άλλος τρόπος για να πεις ότι υπάρχει μια βαθιά δομική αδικία στην κοινωνία και ο κόσμος πραγματικά ανταποκρίθηκε σε αυτό.

Αργότερα ο Trump αντέγραψε αυτή τη γλώσσα από Sanders και άρχισε και ο ίδιος να μιλάει για το στημένο σύστημα, προσθέτοντας τη φράση ότι «κανείς δεν θα μπορούσε να το διορθώσει καλύτερα» από ότι αυτός, γιατί αυτός ήξερε πως λειτουργεί το σύστημα από τα μέσα. Μίλησε για το πώς οι άνθρωποι που διοικούν τις τράπεζες, την κυβέρνηση και τις μεγάλες εταιρείες είναι «δολοφόνοι». Αυτός είναι ένα καταπληκτικός τρόπος για να μιλήσουμε για την εταιρική ελίτ. Είναι αλήθεια, αλλά κανείς δεν λέει αυτά τα πράγματα. Συνολικά, νομίζω ότι είναι πολύ πιθανό ότι o Trump ως πρόεδρος θα απογοητεύσει πολλούς από τους ανθρώπους που τον ψήφισαν, και θα υπάρξουν κι άλλοι αγώνες για αυτά τα θέματα, αυτό δεν είναι το τέλος. Αυτό το δημόσιο αίσθημα που ανέφερα παραπάνω είναι ατελές, δεν είναι πλήρως σχηματισμένο, και μπορεί να αρθρωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Έχετε γράψει ότι οι χειραφετητικές αξιώσεις των φεμινιστικών, αντι-ρατσιστικών και LGTB κινημάτων έχουν υφαρπαγεί από το νεοφιλελευθερισμό και επαναπροσδιοριστεί  σύμφωνα με τους όρους της αγοράς. Μπορείτε να μας μιλήσετε περισσότερο γι ‘αυτό;

Είμαι από τη γενιά του 1968, και συμμετείχα στη Νέα Αριστερά και στα κινήματα που προέκυψαν κατά ένα πολύ άμεσο τρόπο από τη Νέα Αριστερά, συμπεριλαμβανομένου του πρώιμου δεύτερου φεμινιστικού κύματος, του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων και το αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ. Σε αυτή την περίοδο, υπήρχε ένα είδος ήθους στην ατμόσφαιρα, ότι όλοι ήταν αντι-καπιταλιστές. Και ο καθένας κατανοούσε ότι όλα τα ζητήματα, είτε ήταν η εξωτερική πολιτική, είτε η έμφυλη υποταγή, είτε η φυλετική καταπίεση ήταν δομικά ζητήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν στη ρίζα. Και η ρίζα είχε να κάνει με τον καπιταλισμό. Καθώς έσβηνε η Νέα Αριστερά, αυτή η ατμόσφαιρα άλλαξε και αυτό που συνέβη στη συνέχεια συνέβη είναι ότι η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα επανήλθε δυναμικά. Η κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα στις ΗΠΑ είναι ο πλουραλισμός των ομάδων συμφερόντων, ο μεριτοκρατικός ατομικισμός και η ιδέα ότι τα άτομα διαφέρουν ως προς τα ταλέντα τους, άρα κάποιοι μπορούν να πηγαίνουν πιο μπροστά από άλλους. Αυτή είναι η νόρμα, έχουμε μια κουλτούρα βολονταρισμού που λέει ότι το πόσο καλά θα τα πάτε στη ζωή σας είναι μόνο θέμα θέλησης και του πόσο σκληρά είστε πρόθυμοι να εργαστείτε, να εξοικονομήσετε χρήματα κ.λπ.

Αυτή η κουλτούρα λοιπόν δεν αλλάζει, εκτός από πολύ ιδιαίτερες, σχεδόν επαναστατικές περιόδους ή περιόδους κρίσης. Αλλά υπό κανονικές συνθήκες, αυτή είναι η νοοτροπία και κάθε θέμα φιλτράρεται μέσα από αυτές τις παραδοχές. Χρειάζεται μια σχεδόν ηρωική, επίμοχθη προσπάθεια ενάντια στο ρεύμα για να αμφισβητήσεις αυτή τη νοοτροπία, για να αναπτύξεις και να διατηρήσεις μια κοσμοθεωρία που επιμένει πολύ στις βαθιές δομικές ρίζες των ζητημάτων και επιχειρεί να συνδέσει συγκεκριμένες εμπειρίες και αδικίες με ευρύτερα διαρθρωτικά ζητήματα. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι στις ΗΠΑ, υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε κοινωνικό κίνημα τα τελευταία 30 ή 40 χρόνια ολίσθησε προς μια μορφή φιλελευθερισμού. Φιλελεύθερος φεμινισμός, φιλελεύθερος αντι-ρατσισμός, φιλελεύθερες ΛΟΑΤ πολιτικές.

Τα παραπάνω κινήματα ασχολούνται βασικά με την κατάργηση των εμποδίων που δεν αφήνουν τους ανθρώπους να ανελιχθούν. Να ανελιχθούν στην εταιρική ιεραρχία ή ακόμα και στην στρατιωτική ιεραρχία. Ένα από τα πρώτα ΛΟΑΤ αιτήματα στις ΗΠΑ, πριν από την ισότητα στο γάμο, ήταν να υπηρετούν οι ομοφυλόφιλοι στο στρατό. Και φυσικά αυτό είναι ένα δίκαιο αίτημα, αλλά σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι άνθρωποι παίρνουν ως δεδομένο ότι ζούμε σε μια ιεραρχική κοινωνία και δεν αμφισβητούν αυτή την ιεραρχία, αλλά απλά επιδιώκουν να αφαιρεθούν μερικά εμπόδια, έτσι ώστε οι ταλαντούχοι μαύροι, οι ταλαντούχες γυναίκες, οι ταλαντούχοι μουσουλμάνοι, ομοφυλόφιλοι και λεσβίες να μπορούν και αυτοί να ανελιχθούν στο υπάρχον πλαίσιο.

Τα αποκαλούμε κοινωνικά κινήματα, αλλά δεν νομίζω ότι είναι κοινωνικά κινήματα, νομίζω ότι τώρα πια είναι ομάδες συμφερόντων: στην πραγματικότητα δεν κατεβαίνουν στους δρόμους πολύ συχνά, μόνο περιστασιακά. Μία εξαίρεση είναι το κίνημα «Black Lives Matter», το οποίο είναι νέο, και αυτό είναι ένα πραγματικό κίνημα που έχει δυνητικά πολύ πιο ριζοσπαστικό προσανατολισμό και στόχους. Αλλά νομίζω ότι ο φεμινισμός έχει κανονικοποιηθεί στις ΗΠΑ.

Βασικά αυτό που έχει συμβεί είναι ότι αυτά τα κινήματα, ή ομάδες συμφερόντων, έχουν καταφέρει να κερδίσει τη μάχη για τη «σωστή σκέψη». Οι άνθρωποι ξέρουν ότι δεν θα έπρεπε να λένε πράγματα σαν αυτά λέει ο Donald Trump. Έτσι έχουμε από τη μία πλευρά μια ιδεολογική, πολιτισμική μετατόπιση αξιών και πολλά μέσα ενημέρωσης αντανακλούν τη μεταστροφή αυτή. Για παράδειγμα, σε τηλεοπτικές σειρές ή ταινίες του Χόλυγουντ βλέπουμε συχνά φεμινιστικές ανατροπές με την αγοραία έννοια του όρου, ή βλέπουμε πάντα μαύρους σε θέσεις εξουσίας. Αυτό συμβαίνει σε ένα επίπεδο, αλλά η πραγματική κατάσταση της μεγάλης πλειοψηφίας των Αφρο-Αμερικανών, των Λατίνων και των γυναικών επιδεινώνεται. Η μετεγκατάσταση βιομηχανικών θέσεων εργασίας από την Αμερική σε άλλες χώρες, υπό το καθεστώς της νέας οικονομίας, ήταν ένα ιδιαίτερα σοβαρό πλήγμα για τους Αφρο-Αμερικανούς. Έτσι δεν είναι ότι η οικονομική τους κατάσταση είναι καλύτερη, θα έλεγα μάλιστα ότι είναι χειρότερα από ότι πριν από το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων. Το βιοτικό επίπεδο όλων επιδεινώθηκε, εκτός από ένα, ας πούμε 10%, ανθρώπων που τα πηγαίνουν καλά.

Έτσι, η ιδεολογική νίκη των λεγόμενων κοινωνικών κινημάτων είναι μια αρκετά περίπλοκη υπόθεση από μόνη της. Είναι προφανώς κάτι θετικό, αλλά επειδή αυτό γίνεται αντιληπτό, και δικαίως σε κάποιο βαθμό, ως αναπόσπαστο μέρος του νεοφιλελευθερισμού, του ανοίγματος προς τον κόσμο, του κοσμοπολιτισμού και της «κουλτούρας», κατανοείται από ανθρώπους που θεωρούν τους εαυτούς ως χαμένους της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού, ανθρώπους που υποφέρουν στο Rust Belt ή σε άλλες υποβαθμισμένες περιοχές στην Αμερικής, ως προσβολή, ωσάν να τους κάνουν κήρυγμα, να τους υποτιμούν και να τους παραμελούν, ενώ άλλοι ευνοούνται.

H εργασία κοινωνικής αναπαραγωγής (η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, η συντήρηση του νοικοκυριού κλπ), υποτιμάται (δεν πληρώνεται / κακοπληρώνεται) ενώ την ίδια στιγμή είναι απολύτως απαραίτητη για την επιβίωση του καπιταλισμού. Αυτό το έχετε εντοπίζει ως μια δομική αντίφαση του καπιταλισμού, που γίνεται ακόμη οξύτερη τώρα. Πιστεύετε ότι μπορεί να λυθεί στο πλαίσιο του καπιταλισμού;

Πρώτα απ’ όλα, θα έλεγα ότι ο καπιταλισμός έχει επιδείξει μια εκπληκτική ικανότητα να επανεφευρίσκει τον εαυτό του, και δεν νομίζω ότι μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα ότι αυτό θα ξανασυμβεί. Και πάλι, υπό ποια μορφή και ποιες νέες πολιτικές ευθυγραμμίσεις ή άλλες δυνάμεις θα ευνοούσαν κάτι τέτοιο, είναι λίγο ασαφές. Την εποχή του New Deal / της σοσιαλδημοκρατίας, είχε βρεθεί μια προσωρινή λύση στο θέμα της κοινωνικής αναπαραγωγής, παρά το γεγονός ότι δεν λειτούργησε για όλους. Αυτή η λύση είχε βασιστεί σε αποκλεισμούς διαφόρων ειδών, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι για ένα σημαντικό αριθμό εργατικής τάξης στις πλουσιότερες χώρες του καπιταλιστικού κόσμου, υπήρχε ένας τρόπος εξισορρόπησης της αμειβόμενης εργασίας και της μη αμειβόμενης κοινωνικής αναπαραγωγικής δραστηριότητας. Αυτή λοιπόν ήταν μια προσωρινή λύση, τουλάχιστον για ορισμένους.

Αν σκεφτούμε προς αυτή την κατεύθυνση, και πώς θα μπορούσαμε τώρα να κάνουμε κάτι αντίστοιχο, αλλά με έναν τρόπο που να ξεπερνά τις προηγούμενες εξαιρέσεις και αδικίες, τότε θα πρέπει να σκεφτούμε σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν εννοώ ένα είδος παγκόσμιου κράτους, εννοώ κάτι σαν αυτό που ακούγεται στην ΕΕ για εναρμόνιση των κοινωνικών πολιτικών, αλλά όχι μόνο στο εσωτερικό της Ευρώπης, πολύ ευρύτερα. Γιατί τώρα, ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να λύσει αυτό το πρόβλημα είναι εισάγοντας μετανάστριες που παρέχουν ιδιαίτερα χαμηλά αμειβόμενη, επισφαλή και έντονα εποπτευόμενη οικιακή εργασία στην μεσαία και την ανώτερη-μεσαία τάξη επαγγελματιών. Γι’ αυτό και η λύση πρέπει να είναι κάτι παγκόσμιο· επίσης δεν μπορεί να βασίζεται πλέον στο μοντέλο γυναίκα-νοικοκυρά / άντρας-κουβαλητής, θα πρέπει να περιλαμβάνει μη-ετερόφυλες οικογένειες και να ξεπερνάει τις φυλετικές / εθνοτικές διαιρέσεις της εργασίας που αναθέτουν τις πιο βρώμικες και λιγότερο καλά-αμειβόμενες μορφές φροντίδας (όπως π.χ. η εργασία σε γηροκομεία) στους μαύρους και σκούρους ανθρώπους.

Νομίζω ότι ένα τέτοιο μοντέλο είναι το καλύτερο που θα μπορούσε να προσφέρει ο καπιταλισμός, και δεν ξέρω αν μπορεί να το κάνει. Αλλά νομίζω ότι θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε μια αγνωστικιστική προσέγγιση. Δηλαδή, αυτό θα έπρεπε να έχουμε, να κρατήσουμε ένα ανοικτό μυαλό: αν ο καπιταλισμός μπορεί να μας το δώσει, τόσο το καλύτερο, τόσο το χειρότερο για τον καπιταλισμό. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε τώρα πώς να είναι. Μπορούμε να ασκήσουμε πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση, και καθώς τα κινήματα αναπτύσσονται και ριζοσπαστικοποιούνται θα πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται ποια είναι τα εμπόδια στην υλοποίηση αυτού  του στόχου. Ο διεθνής χρηματοπιστωτικός τομέας θα είναι ένα από τα εμπόδια, και υπάρχει επίσης ένα οικολογικό ζήτημα που είναι πολύ πιεστικό, γιατί ένα πράγμα είναι σαφές: αν παγκοσμιοποιούσαμε τον καταναλωτικό, υψηλoύ ανθρακικού αποτυπώματος τρόπο ζωής των μεσαίων τάξεων της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής σε όλο τον πλανήτη, θα ερχόμασταν αντιμέτωποι με μια κατάσταση εντελώς μη-βιώσιμη από οικολογικής πλευράς. Θα πρέπει να σκεφτούμε πώς όλα τα κομμάτια του παζλ ταιριάζουν μεταξύ τους, και στη συνέχεια και πάλι να δούμε αν υπάρχει μια καινούρια μορφή καπιταλισμού που θα μπορούσε να εφευρεθεί. Δεν υπάρχει τώρα, κανείς ακόμα δεν ξέρει ακριβώς με τι θα μοιάζε. Θα δούμε. Αλλά εν τω μεταξύ, θα πρέπει επίσης να σκεφτόμαστε και μη-καπιταλιστικές ή μετα-καπιταλιστικές δυνατότητες.

Η συνέντευξη πρωτοδημοσιεύθηκε στα αγγλικά στο Rethinking Greece

 

Διαβάστε ακόμα

«Η Κλίντον ενσαρκώνει ένα νεοφιλελεύθερο είδος φεμινισμού που ωφελεί κυρίως τις προνομιούχες γυναίκες»

Πώς ο Φεμινισμός υποδουλώθηκε στον καπιταλισμό – και πώς να τον διεκδικήσουμε πίσω